Η βιομηχανική παραγωγή αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους τομείς της ελληνικής οικονομίας, καθώς συνεισφέρει σημαντικά στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), στην απασχόληση και στις εξαγωγές της χώρας.
Η βιομηχανική παραγωγή ανήκει στον δευτερογενή τομέα της οικονομίας και περιλαμβάνει:
- τη μεταποίηση (παραγωγή προϊόντων από πρώτες ύλες),
- την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου και νερού,
- την εξόρυξη και τα λατομεία.
Κατά συνέπεια, ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής, όπως υπολογίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), χρησιμοποιείται ως μέτρο της μεταβολής του όγκου παραγωγής σε τομείς όπως η μεταποίηση, η ενέργεια και η εξόρυξη.
Αν και η Ελλάδα δεν διαθέτει εκτεταμένη βαριά βιομηχανία, όπως άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχει καταφέρει να διαμορφώσει έναν ιδιαίτερο παραγωγικό ιστό που στηρίζεται κυρίως στη μεταποίηση, στα ποτά και τα τρόφιμα, στα φαρμακευτικά και τα χημικά προϊόντα.
Η εκβιομηχάνιση της Ελλάδας ξεκίνησε ουσιαστικά τον 20ό αιώνα, με τη δημιουργία βιομηχανιών που κάλυπταν βασικές ανάγκες της κοινωνίας: κλωστοϋφαντουργία, τσιμεντοβιομηχανία, μεταλλουργία και ενέργεια.
Στη μεταπολεμική περίοδο, το κράτος διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη της βιομηχανίας, παρέχοντας επιδοτήσεις και προστασία της εγχώριας παραγωγής.
Η δεκαετία του 1960 χαρακτηρίστηκε από σημαντική άνθηση, καθώς η εσωτερική αγορά μεγάλωσε και η ζήτηση αυξήθηκε. Κατά την περίοδο αυτή είχαμε το γνωστό «Ελληνικό Οικονομικό Θαύμα», όπου η Ελλάδα σημείωσε εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά μέσο όρο 7,7% ετησίως, δεύτερο παγκοσμίως μετά την Ιαπωνία. Αυτή η ανάπτυξη αποδίδεται σε παράγοντες, όπως η εφαρμογή του οικονομικού Σχεδίου Μάρσαλ, η υποτίμηση της δραχμής, η προσέλκυση ξένων επενδύσεων, η ανάπτυξη του τουρισμού και, κυρίως, η εκβιομηχάνιση και η ανάπτυξη των υποδομών.
Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1980 και μετά, η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και η απελευθέρωση των αγορών, αποκάλυψαν τις αδυναμίες της ελληνικής βιομηχανίας: το υψηλό κόστος παραγωγής, το χαμηλό βαθμό καινοτομίας και την εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες. Πολλές βιομηχανίες δεν άντεξαν τον ανταγωνισμό και έκλεισαν, οδηγώντας σε αποβιομηχάνιση. Σε αυτό συνέβαλε, εν μέρει, και η επεκτατική κοινωνική δημοσιονομική πολιτική της περιόδου αυτής. Παρά τις δυσκολίες αυτές, ο τομέας δεν εξαφανίστηκε. Αντιθέτως, η βιομηχανία προσαρμόστηκε σταδιακά στις νέες συνθήκες.
Δομή της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής
Σήμερα, οι πιο δυναμικοί κλάδοι της χώρας μας στους οποίους βασίζεται η μεταποίηση και η βιομηχανική παραγωγή, με διεθνή ζήτηση είναι:
- Τα τρόφιμα και ποτά.
- Τα πετρελαιοειδή και χημικά προϊόντα.
- Τα μεταλλικά προϊόντα και δομικά υλικά.
- Ο Ηλεκτρισμός και η ενέργεια.
Οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη βαρύτητα είναι η μεταποίηση (70–75%), ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο κλάδος «Παραγωγή και Διανομή Ηλεκτρικού Ρεύματος» έχει βάρος περίπου 18–22 % στον Γενικό Δείκτη Βιομηχανικής Παραγωγής.
Δηλαδή, περίπου το ένα πέμπτο της συνολικής βιομηχανικής δραστηριότητας στη χώρα συνδέεται άμεσα με την παραγωγή, μεταφορά και παροχή ηλεκτρικής ενέργειας.
Εν τούτοις, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι βασικός πυλώνας του δευτερογενούς τομέα, όχι μόνο ως αυτόνομη δραστηριότητα, αλλά και ως παράγοντας κόστους για όλους τους υπόλοιπους βιομηχανικούς κλάδους.
Ο κλάδος των τροφίμων και ποτών αποτελεί τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων της ελληνικής μεταποίησης, απασχολώντας χιλιάδες εργαζόμενους και, επομένως, συμβάλλει αποφασιστικά στις εξαγωγές.
Τα φαρμακευτικά προϊόντα και τα χημικά προϊόντα, τελευταία αναπτύσσονται συνεχώς με εταιρείες που έχουν αποκτήσει διεθνή παρουσία.
Ακόμη, οι βιομηχανίες δομικών υλικών και μετάλλου συνεχίζουν να αποτελούν σημαντικό κομμάτι της οικονομίας, ιδιαίτερα λόγω των έργων υποδομής και της οικοδομικής δραστηριότητας.
Παράγοντες που επηρεάζουν τη βιομηχανική παραγωγή
Η πορεία της βιομηχανικής παραγωγής επηρεάζεται από:
- Τις τιμές ενέργειας (ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, πετρέλαιο).
- Την εγχώρια και εξωτερική ζήτηση.
- Το επίπεδο επενδύσεων και τεχνολογικού εκσυγχρονισμού.
- Το κόστος εργασίας και παραγωγής.
- Τη διαθεσιμότητα των πρώτων υλών.
- Τις παγκόσμιες οικονομικές συνθήκες (π.χ. πανδημίες, γεωπολιτικές κρίσεις, πληθωρισμός).
- Τις πολιτικές κινήτρων (επιδότηση ενέργειας, φορολογικά κίνητρα, ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης, κ.ά).
Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει κάνει βήματα προς την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση στη βιομηχανία. Επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, βιομηχανική αυτοματοποίηση και τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης αρχίζουν να αλλάζουν τον τρόπο παραγωγής.
Παράλληλα, το ενδιαφέρον για την «πράσινη» ενέργεια και τη μείωση του ενεργειακού αποτυπώματος, δημιουργεί νέες ευκαιρίες για επενδύσεις και συνεργασίες με άλλες χώρες της Ε.Ε.
Ωστόσο, τα προβλήματα παραμένουν έντονα. Το υψηλό ενεργειακό κόστος είναι ίσως ο σημαντικότερος ανασταλτικός παράγοντας για την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Πολλές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τις βιομηχανίες χωρών με φθηνότερη ενέργεια και ευνοϊκότερα φορολογικά κίνητρα.
Εξίσου σοβαρό είναι το έλλειμμα καινοτομίας και έρευνας, καθώς οι περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις επενδύουν ελάχιστα στην τεχνολογική ανανέωση.
Η γραφειοκρατία, η πολύπλοκη αδειοδότηση και η δυσκολία πρόσβασης στη χρηματοδότηση αποτελούν χρόνιες παθογένειες που επιβραδύνουν την ανάπτυξη.
Επιπλέον, η έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού σε νέες τεχνολογίες είναι ένα αυξανόμενο πρόβλημα, ειδικά μετά τη διαρροή «εγκεφάλων» προς άλλες ανεπτυγμένες χώρες, με υψηλότερες αποδοχές και καλύτερο εργασιακό περιβάλλον.
Όμως, παρά τα εμπόδια, υπάρχουν και ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης. Η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας μπορεί να προσφέρει στην Ελλάδα – για δύο τρία χρόνια ακόμη – τη δυνατότητα να ανανεώσει τον παραγωγικό της ιστό, επενδύοντας σε νέες τεχνολογίες, ψηφιακά εργαλεία και βιώσιμες μορφές ενέργειας.
Παράλληλα, η ενίσχυση της σύνδεσης πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων με τη βιομηχανία, η δημιουργία τεχνολογικών εξειδικευμένων σχολών και η στήριξη της νεοφυούς επιχειρηματικότητας, μπορούν να δημιουργήσουν ένα νέο, πιο σύγχρονο μοντέλο βιομηχανικής ανάπτυξης.
Η βιομηχανία μπορεί να αποτελέσει μοχλό βιώσιμης ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει μακροπρόθεσμη στρατηγική και συνέπεια στην εφαρμογή πολιτικών. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η μείωση του ενεργειακού κόστους, η προώθηση της καινοτομίας και η στήριξη των εξαγωγών, είναι καθοριστικά βήματα για το μέλλον.
Κατά συνέπεια, η βιομηχανική παραγωγή:
- αποτελεί τον προπομπό της οικονομικής ανάπτυξης, καθώς αντικατοπτρίζει την πορεία της ζήτησης και της επενδυτικής δραστηριότητας,
- επηρεάζει το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ),
- δημιουργεί πολλαπλασιαστικά οφέλη στην απασχόληση, τις εξαγωγές και την τεχνολογική πρόοδο,
- είναι δείκτης ανθεκτικότητας της οικονομίας στις διεθνείς διακυμάνσεις.
Ενδεικτικά, αναφέρω την πορεία της βιομηχανικής παραγωγής τα τελευταία χρόνια:
Το 2022 είχαμε αύξηση 2,3% σε σχέση με το 2021, το 2023 είχαμε αύξηση 4,5% και το 2024 είχαμε την μεγαλύτερη αύξηση 5,2%., ενώ το 2025 η βιομηχανική παραγωγή ξεκίνησε με μικρή αύξηση 0,5%.
Ωστόσο, η Ελλάδα, αν και παρουσιάζει ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να έχει μικρότερη συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ, περίπου 10–12%, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ , που είναι περίπου 20%.
Συνοψίζοντας, αν η Ελλάδα αξιοποιήσει σωστά τα διαθέσιμα εργαλεία και τις ευρωπαϊκές ευκαιρίες, μπορεί η βιομηχανική παραγωγή να μεταμορφωθεί από έναν τομέα που παραδοσιακά θεωρούνταν «παραμελημένος», σε έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Η μετάβαση σε μια πράσινη, καινοτόμα και εξωστρεφή βιομηχανία δεν είναι απλώς επιθυμητή, αλλά αναγκαία για τη βιώσιμη ανάπτυξη, που θα συμβάλλει δυναμικά στην αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) και στη βελτίωση του εισοδήματος των πολιτών.
