Η παραγωγικότητα αποτελεί έναν από τους βασικότερους δείκτες που καθορίζουν την ανταγωνιστικότητα και τη μακροχρόνια αναπτυξιακή πορεία μιας οικονομίας. Η αύξησή της θεωρείται προϋπόθεση για σταθερή ανάπτυξη, βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και ενίσχυση της εξωστρέφειας. Παρά τα σημάδια προόδου, τα επίπεδα παραγωγικότητας στη χώρα μας παραμένουν χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που συνδέεται με μια σειρά διαρθρωτικών αδυναμιών.
Με την ευρύτερη έννοια, η Παραγωγικότητα αποτελεί το λόγο ή τη σχέση μεταξύ των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων (εκροές) και των πόρων ή των μέσων που δαπανήθηκαν για την επίτευξή τους (εισροές). Δηλαδή, η παραγωγικότητα εξαρτάται από τη σχέση ενός παραγωγικού συντελεστή, π.χ. της εργασίας ή του κεφαλαίου, και της ποσότητας του προϊόντος που παράγεται με τη χρησιμοποίησή του.
Όταν, όμως, αναφερόμαστε στην παραγωγικότητα, σε επίπεδο Εθνικού Προϊόντος, συνήθως, εννοούμε την παραγωγικότητα της εργασίας.
Η Παραγωγικότητα εργασίας είναι η ποσότητα του πραγματικού Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ), το οποίο παράγεται σε μία ώρα εργασίας.
Η παραγωγικότητα δεν αφορά μόνο το πόσο γρήγορα ή πόσο πολύ δουλεύει κάποιος, αλλά κυρίως το κατά πόσο καταφέρνει να μετατρέπει τον χρόνο, την ενέργεια και τους διαθέσιμους πόρους σε ουσιαστικά αποτελέσματα. Είναι, δηλαδή, μια διαδικασία που απαιτεί οργάνωση, ξεκάθαρους στόχους και συνεχή αξιολόγηση.
Η παραγωγικότητα εργασίας είναι πολύ μεγαλύτερη στην εποχή μας, σε σχέση με εκείνη των προηγούμενων αιώνων, εξαιτίας των τεχνολογικών εξελίξεων. Οι τεχνολογικές εξελίξεις είναι αποτέλεσμα του ανθρώπινου κεφαλαίου, δηλαδή εξαρτώνται από τις γνώσεις και τις ικανότητες των ανθρώπων, από την ανακάλυψη και εφαρμογή νέων τεχνολογιών (ευρεσιτεχνίες) και, γενικότερα, από την ποιοτική βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο δυνητικά μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία νεοφυών επιχειρήσεων με ανταγωνιστικά προϊόντα, τα οποία προσφέρουν υψηλή αναπτυξιακή αξία, με περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Η ελληνική οικονομία εμφανίζει επίμονα χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας, γεγονός που αντανακλά βαθιές δομικές αδυναμίες. Η κυριαρχία μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων στη χώρα μας, οι οποίες αποτελούν πάνω από το 90% του συνόλου των επιχειρήσεων, περιορίζει τις δυνατότητες επενδύσεων σε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και οργανωτική βελτίωση.
Επιπλέον, μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας συγκεντρώνεται σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως μικρές υπηρεσίες και λιανικό εμπόριο.
Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας στη χώρα μας, είναι η ανεπαρκής διάδοση της καινοτομίας. Οι δαπάνες Έρευνας και Ανάπτυξης παραμένουν χαμηλές σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ η σύνδεση πανεπιστημίων και επιχειρήσεων εξακολουθεί να είναι περιορισμένη. Παράλληλα, η υπερβολική γραφειοκρατία και οι χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης αποθαρρύνουν επενδύσεις, καθυστερώντας την ανανέωση του παραγωγικού εξοπλισμού.
Οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν την παραγωγικότητα είναι:
1. Η δομή και το μέγεθος των επιχειρήσεων
Το μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων αποτελεί έναν από τους κυριότερους ανασταλτικούς παράγοντες για την αύξηση της παραγωγικότητας. Η απουσία οικονομιών κλίμακας (οικονομίες κλίμακας είναι το οικονομικό πλεονέκτημα που αποκτά μια επιχείρηση καθώς αυξάνει την ποσότητα παραγωγής της, με αποτέλεσμα τη μείωση του μέσου κόστους παραγωγής ανά μονάδα προϊόντος), οδηγεί σε υψηλότερο κόστος παραγωγής, ενώ περιορίζει τη δυνατότητα πρόσβασης σε σύγχρονες τεχνολογίες και εξειδικευμένο προσωπικό. Επιπλέον, η μεγάλη αυτοαπασχόληση σχετίζεται συχνά με χαμηλότερη αποτελεσματικότητα και δυσκολία συμμετοχής σε εξαγωγικές δραστηριότητες.
2. Οι επενδύσεις και ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός
Η δεκαετής οικονομική κρίση επέφερε σημαντική συρρίκνωση των επενδύσεων, οδηγώντας σε απαξίωση του παραγωγικού κεφαλαίου. Ο παλιός εξοπλισμός και η περιορισμένη χρήση ψηφιακών λύσεων αποτελούν εμπόδια για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας. Τα τελευταία χρόνια, μέσω ευρωπαϊκών πόρων και του Ταμείου Ανάκαμψης, έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια ανανέωσης της παραγωγικής βάσης, η οποία ωστόσο χρειάζεται συνέχεια και συνέπεια για να αποδώσει σε βάθος χρόνου.
3. Η ψηφιακή μετάβαση
Η παραγωγικότητα συνδέεται άμεσα με τον ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων. Παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει στις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες, η πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όσον αφορά την αξιοποίηση τεχνολογιών.. Η καθυστέρηση αυτή περιορίζει τις δυνατότητες αυτοματοποίησης, καλύτερης οργάνωσης και βελτίωσης διαδικασιών.
4. Το ανθρώπινο κεφάλαιο και οι δεξιότητες
Η Ελλάδα διαθέτει υψηλό ποσοστό μορφωμένων νέων, όμως το φαινόμενο της διαρροής εγκεφάλων έχει αποδυναμώσει σημαντικά το παραγωγικό δυναμικό της χώρας. Επιπλέον, υπάρχει συχνά αναντιστοιχία ανάμεσα στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και στις δεξιότητες των εργαζομένων. Η περιορισμένη συμμετοχή σε προγράμματα κατάρτισης, ειδικά σε τομείς τεχνολογικής εξειδίκευσης, επιβαρύνει την κατάσταση.
Ωστόσο, στη χώρα μας, ορισμένοι κλάδοι εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερη παραγωγικότητα από άλλους. Η μεταποίηση με εξαγωγικό προσανατολισμό, όπως η βιομηχανία τροφίμων, τα φαρμακευτικά προϊόντα και τα χημικά, έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα, το λιανικό εμπόριο και οι μικρές και πολύ μικρές υπηρεσίες παρουσιάζουν χαμηλή παραγωγικότητα, λόγω μικρού μεγέθους επιχειρήσεων και χαμηλής τεχνολογικής έντασης.
Όσον αφορά τον αγροτικό τομέα, παραμένει χαμηλής παραγωγικότητας, λόγω μικρού κλήρου και περιορισμένης μηχανοποίησης. Για παράδειγμα, σύμφωνα με στοιχεία, η παραγωγή ανά στρέμμα στην Ολλανδία έχει πολύ μεγαλύτερη απόδοση από την Ελλάδα. Συγκεκριμένα, κάθε στρέμμα γης στην Ολλανδία αποδίδει 1.700 ευρώ, ενώ στην Ελλάδα μόλις 190 ευρώ, δηλαδή βάσει αυτού του δείκτη η παραγωγικότητα στην Ολλανδία είναι περίπου 9 φορές υψηλότερη.
Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, η αγροτική παραγωγικότητα στην ΕΕ είναι σχεδόν 50 % υψηλότερη το 2025, σε σχέση με την ελληνική.
Συγκεκριμένα, οι πιο παραγωγικές τάσεις σε ορισμένες χώρες το 2025, στο επίπεδο των χωρών (σε όρους αύξησης παραγωγικότητας εργασίας) ήταν, για παράδειγμα:
- στο Λουξεμβούργο: +40 %
- την Πολωνία: +33 %
- στην Εσθονία: +31 %
Αντίθετα, η Ελλάδα ήταν σε αντίθετη πορεία με αρνητικό πρόσημο.
Επί πλέον, στη 10ετή περίοδο (2015-2025) η αύξηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα ήταν επίσης χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ (περίπου +37 % για Ελλάδα έναντι +49 % για την ΕΕ).
Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Κομισιόν, το 25% του συνολικού Προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης πηγαίνει στους αγρότες. Έτσι, 7 εκατομμύρια περίπου αγρότες της ΕΕ, λαμβάνουν κάθε χρόνο 387 δισ. ευρώ επιδότηση.
Οι κύριες προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν για την ουσιαστική βελτίωση της παραγωγικότητας είναι:
- η χαμηλή καινοτομία και η περιορισμένη συνεργασία πανεπιστημίων–επιχειρήσεων,
- η δυσκολία πρόσβασης μικρών επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση,
- η δημογραφική γήρανση και η μείωση του ενεργού πληθυσμού,
- τα θεσμικά εμπόδια, όπως οι πολύπλοκες διαδικασίες και η υψηλή γραφειοκρατία.
Ανακεφαλαιώνοντας, η παραγωγικότητα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Παρά τις διαρθρωτικές αδυναμίες, η χώρα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως το ανθρώπινο δυναμικό και τη δυνατότητα αξιοποίησης ευρωπαϊκών πόρων. Η συστηματική υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, η ενίσχυση της τεχνολογίας και η καλλιέργεια κουλτούρας καινοτομίας, μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας, εξασφαλίζοντας βιώσιμη ανάπτυξη και καλύτερες προοπτικές για τις επόμενες γενιές.
Ορισμένοι κλάδοι, όπως η ανάπτυξη της φαρμακοβιομηχανίας, της πράσινης ενέργειας, της τεχνολογίας και της αγροδιατροφής υψηλής ποιότητας, μπορεί να αποτελέσουν καταλύτη για την οικονομική αναβάθμιση της χώρας.
