Ο πληθωρισμός είναι μία γενική και διαρκής αύξηση του επιπέδου των τιμών αγαθών και υπηρεσιών σε μια οικονομία.
Με πιο απλά λόγια:
Όταν υπάρχει πληθωρισμός, με το ίδιο ποσό χρημάτων μπορείς να αγοράσεις λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες σε σχέση με πριν.
Επομένως, ο πληθωρισμός είναι η σταθερή άνοδος των τιμών στην οικονομία, που μειώνει την αξία του χρήματος και την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.
Ο πληθωρισμός αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα μετά την πανδημία του COVID-19 και την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Οι βασικές αιτίες του πληθωρισμού που έπληξαν τις χώρες της ΕΕ ήταν:
- Το ενεργειακό κόστος – Η εξάρτηση πολλών χωρών από το ρωσικό φυσικό αέριο και οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας εκτόξευσαν τα τιμολόγια.
- Οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες – Η πανδημία και η γεωπολιτική αστάθεια δημιούργησαν καθυστερήσεις και αυξήσεις στο κόστος παραγωγής.
- Οι αυξήσεις τροφίμων – Η γεωργική παραγωγή επηρεάστηκε από το αυξημένο κόστος λιπασμάτων, καυσίμων και μεταφορών.
- Η μεγάλη ζήτηση μετά την πανδημία – Η γρήγορη ανάκαμψη της κατανάλωσης μετά την καραντίνα του COVID-19 άσκησε πιέσεις στις τιμές.
Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει απαντήσει στην αύξηση του πληθωρισμού με τις διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων, επιδιώκοντας να συγκρατήσει τη ζήτηση και να φέρει τον πληθωρισμό πιο κοντά στον στόχο του 2%. Αυτό, όμως, δημιουργεί διλήμματα:
● Από τη μία πλευρά, τα υψηλότερα επιτόκια μειώνουν τον δανεισμό και τις επενδύσεις (γιατί τα υψηλότερα επιτόκια αποθαρρύνουν τους επιχειρηματίες να δανειστούν και, επομένως, να προβούν σε επενδύσεις).
● Από την άλλη, μια παρατεταμένη περίοδος ακρίβειας διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα και περιορίζει την κατανάλωση.
Επιπλέον, ο πληθωρισμός δεν είχε και δεν έχει ενιαία εικόνα σε όλη την Ευρωζώνη: οι χώρες του Νότου, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, συχνά αντιμετωπίζουν υψηλότερες αυξήσεις τιμών σε τρόφιμα και ενέργεια, ενώ οι βόρειες χώρες ανησυχούν περισσότερο για τον πυρήνα του πληθωρισμού, που αφορά περισσότερο τους μισθούς και τις υπηρεσίες.
Αυτές οι διαφοροποιήσεις δυσκολεύουν την άσκηση μιας ενιαίας πολιτικής από την ΕΚΤ και, επομένως, τη χάραξη κοινής ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Η μεγάλη πρόκληση για το 2025 στην ΕΕ είναι να επιτευχθεί ισορροπία, που θα συνδυάζει οικονομική σταθερότητα με κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτό θα επιτευχθεί με το:
● να συγκρατηθούν οι τιμές χωρίς να μπει η οικονομία σε ύφεση,
● να στηριχθούν οι πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες που πλήττονται δυσανάλογα,
● να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και, κυρίως, της βιομηχανίας, έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας.
Όμως, η μάχη κατά του πληθωρισμού δεν είναι μόνο ζήτημα επιτοκίων. Συνδέεται με την ενεργειακή πολιτική, τις επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση, την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων και την παγκόσμια γεωπολιτική σταθερότητα.
Αν και τα επίπεδα τιμών έχουν αρχίσει να αποκλιμακώνονται στις περισσότερες χώρες από τα επίπεδα ρεκόρ του 2022, η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει την αγοραστική δύναμη των πολιτών, κυρίως σε βασικά αγαθά, όπως τρόφιμα και ενέργεια.
Παρά, όμως, τη μείωση των πληθωριστικών πιέσεων σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, η ακρίβεια εξακολουθεί να ταλαιπωρεί εκατομμύρια Ευρωπαίους και ιδιαίτερα τη χώρα μας, όπου ο πληθωρισμός είναι υψηλότερος από το 2% του μέσου όρου της ΕΕ, στο 3%. Από τα ράφια των σούπερ μάρκετ μέχρι τους λογαριασμούς ενέργειας, οι τιμές στη χώρα μας παραμένουν σε επίπεδα που δοκιμάζουν την αντοχή νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Συνεπεία αυτών, στη χώρα μας ο πληθωρισμός δημιουργεί δυσμενείς επιπτώσεις, τόσο στην οικονομία όσο και στην καθημερινή μας ζωή. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι:
1. Η μείωση της αγοραστικής δύναμης
● Οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα από τους μισθούς και τις συντάξεις, με αποτέλεσμα τα νοικοκυριά να μπορούν να αγοράζουν λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες.
● Επηρεάζονται ιδιαίτερα οι χαμηλόμισθοι και οι συνταξιούχοι και, γενικότερα, οι πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
2. Η αβεβαιότητα και η πίεση στις επιχειρήσεις
● Αυξάνονται τα κόστη παραγωγής στις επιχειρήσεις (πρώτες ύλες, ενέργεια, μεταφορές), με αποτέλεσμα τις αυξήσεις στις τιμές.
● Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να διατηρήσουν ανταγωνιστικές τιμές.
● Η αβεβαιότητα μειώνει τις επενδύσεις των επιχειρήσεων.
3. Η επίδραση στην αποταμίευση
● Οι αποταμιεύσεις χάνουν την αξία τους όταν τα επιτόκια καταθέσεων είναι χαμηλότερα από τον πληθωρισμό.
● Οι πολίτες στρέφονται σε επενδύσεις με υψηλότερες αποδόσεις (ακίνητα, μετοχές κ.λπ.).
4. Τα δημόσια οικονομικά
● Τα κρατικά έσοδα αυξάνονται (λόγω υψηλότερων τιμών και έμμεσων φόρων, όπως ο ΦΠΑ).
● Ωστόσο, αυξάνονται και οι δαπάνες του κράτους (π.χ. για συντάξεις, επιδόματα, μισθούς στο Δημόσιο).
5. Οι κοινωνικές επιπτώσεις
● Ενισχύονται οι κοινωνικές ανισότητες, καθώς οι ευάλωτες ομάδες πλήττονται περισσότερο.
● Αυξάνεται η κοινωνική δυσαρέσκεια και η πίεση για κρατικές παρεμβάσεις.
6. Οι εξωτερικές σχέσεις και η ανταγωνιστικότητα
● Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών (ιδίως στον τουρισμό και στις εξαγωγές).
Εν τέλει, παρά τις δυσκολίες και τις ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάφερε να δείξει ότι η αντιμετώπιση του πληθωρισμού δεν είναι απλώς μια οικονομική πρόκληση, αλλά και μια πολιτική και κοινωνική δοκιμασία. Τα μέτρα νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, σε συνδυασμό με τις εθνικές παρεμβάσεις στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, επιδίωξαν να συγκρατήσουν τις τιμές και να διαφυλάξουν τη σταθερότητα.
Η μάχη αυτή δεν έχει οριστικά κριθεί• ωστόσο, ανέδειξε την ανάγκη για συντονισμένη δράση, ευελιξία και αλληλεγγύη, ώστε η Ευρώπη να μπορέσει να χτίσει ένα πιο ανθεκτικό οικονομικό μέλλον απέναντι σε παγκόσμιες κρίσεις.
