Η κατανάλωση είναι μία από τις κύριες συνιστώσες του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και αποτελεί έναν από τους βασικότερους πυλώνες της οικονομικής δραστηριότητας. Στις σύγχρονες οικονομίες, η ιδιωτική κατανάλωση συνεισφέρει καθοριστικά στη διαμόρφωση του ΑΕΠ και στη σταθερότητα της οικονομίας.
Η θεωρία της κατανάλωσης ασχολείται με το πώς τα άτομα αποφασίζουν να διαθέσουν το εισόδημά τους, μεταξύ κατανάλωσης και αποταμίευσης, καθώς και το πώς αυτοί οι μηχανισμοί επηρεάζουν τη συνολική οικονομική δραστηριότητα.
Η θέση της Ελλάδας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσφέρει ένα πλαίσιο σύγκρισης, που αναδεικνύει το επίπεδο ευημερίας, την αγοραστική δύναμη και τις καταναλωτικές συμπεριφορές στον ευρωπαϊκό χώρο.
Οι βασικότερες θεωρητικές προσεγγίσεις της κατανάλωσης είναι:
1. Η Κλασική Θεωρία
Οι πρώτες θεωρίες κατανάλωσης εντάσσονται στο πλαίσιο της νεοκλασικής οικονομικής σκέψης. Σύμφωνα με αυτές, ο καταναλωτής θεωρείται ορθολογικός και επιδιώκει τη μεγιστοποίηση της «χρησιμότητάς» του, δηλαδή της ικανοποίησης που λαμβάνει από την κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών. Η καμπύλη ζήτησης προκύπτει από την αντιμετώπιση των αγαθών ως πηγές χρησιμότητας που ο καταναλωτής αξιολογεί, με βάση το κόστος και το διαθέσιμο εισόδημα.
2. Η Θεωρία του Keynes
Ο J.M. Keynes υποστήριξε ότι η κατανάλωση εξαρτάται κυρίως από το τρέχον εισόδημα. Η συνάρτηση κατανάλωσης του Keynes υποστηρίζει ότι η κατανάλωση εξαρτάται πρωτίστως από το διαθέσιμο εισόδημα, αν και επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες, όπως το επιτόκιο, οι προσδοκίες για μελλοντικό εισόδημα και οι τιμές, καθώς και η δυνατότητα δανεισμού.
Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η αύξηση του εισοδήματος δεν οδηγεί σε ανάλογη αύξηση της κατανάλωσης, αλλά σε μια πτωτική απόκλιση, μια παρατήρηση που σχετίζεται με την “οριακή ροπή προς κατανάλωση”, πράγμα που σημαίνει ότι, όταν το εισόδημα αυξάνεται, η κατανάλωση αυξάνεται, αλλά όχι κατά το σύνολο του ποσού, αφήνοντας ένα μέρος του εισοδήματος για αποταμίευση.
Κατά συνέπεια, η συνάρτηση κατανάλωσης του Keynes δηλώνει ότι η κατανάλωση αυξάνεται λιγότερο από την αύξηση του εισοδήματος, καθώς ένα μέρος του εισοδήματος αποταμιεύεται.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ατομική κατανάλωση είναι ένας δείκτης που χρησιμοποιεί η Eurostat για να αποτυπώσει την πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών. Σε αντίθεση με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ο δείκτης της ατομικής κατανάλωσης εστιάζει στα αγαθά και τις υπηρεσίες που πραγματικά καταναλώνουν τα νοικοκυριά, συμπεριλαμβάνοντας και κοινωνικές παροχές σε είδος (π.χ. υγεία, εκπαίδευση).
Επομένως, ο δείκτης ατομικής κατανάλωσης είναι πιθανώς πιο «ρεαλιστικός» δείκτης ευημερίας από το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) ανά κάτοικο, γιατί αποτυπώνει τι καταναλώνουν τα νοικοκυριά και όχι μόνο τι παράγει η οικονομία. Δείχνει, ακόμη, ότι και στην ΕΕ υπάρχει μεγάλη ανισότητα μεταξύ των χωρών όσον αφορά την πραγματική κατανάλωση και ευημερία των πολιτών και, ακόμη, δείχνει ότι δεν αρκεί μόνο το ΑΕΠ ανά κάτοικο για να καταλάβουμε πόσο «καλά ζει» ο μέσος, κατά κεφαλήν, κάτοικος.
Σύμφωνα με στοιχεία του 2024, η ατομική κατανάλωση στην Ελλάδα ήταν 82% του μέσου όρου της ΕΕ, σε αντίθεση με την αγοραστική δύναμη, που ήταν στο 70%. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ.
Αυτό αντανακλά, κυρίως:
- στη μείωση των εισοδημάτων μετά την οικονομική κρίση,
- στην υψηλή φορολογία και τις εισφορές,
- στη μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών,
- στην ανισορροπία μεταξύ μισθών και τιμών (ιδίως σε είδη πρώτης ανάγκης).
Παράλληλα, δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο ανάκαμψης, με ενισχυμένη κατανάλωση μετά το 2021, αλλά ακόμη σε χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με τις πλουσιότερες χώρες της ΕΕ.
Διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κατανάλωσης
Η καταναλωτική συμπεριφορά στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από:
- την υψηλή συμμετοχή της ιδιωτικής κατανάλωσης στο ΑΕΠ (σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο),
- την έμφαση στη δαπάνη για τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση,
- την περιορισμένη κατανάλωση σε αγαθά υψηλής τεχνολογίας και πολιτιστικές υπηρεσίες,
- τη μεγάλη ευαισθησία της κατανάλωσης στις μεταβολές του εισοδήματος και της φορολογίας.
Παρατίθεται πίνακας με όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ (27), ταξινομημένος από το μεγαλύτερο ποσοστό κατανάλωσης προς το μικρότερο, ως προς τον δείκτη ατομικής κατανάλωσης, του έτους 2024:
ΠΙΝΑΚΑΣ
| Χώρα | Ποσοστό % (ΑΕΠ) |
| Λουξεμβούργο | 141 % |
| Ολλανδία | 119 % |
| Γερμανία | 118 % |
| Βέλγιο | 113 % |
| Αυστρία | 112 % |
| Δανία | 108 % |
| Γαλλία | 106 % |
| Σουηδία | 105 % |
| Φινλανδία | 104 % |
| Ιρλανδία | 99 % |
| Ιταλία | 98 % |
| Κύπρος | 97 % |
| Μάλτα | 91 % |
| Ισπανία | 92 % |
| Λιθουανία | 89 % |
| Ρουμανία | 87 % |
| Πορτογαλία | 85 % |
| Σλοβενία | 85 % |
| Πολωνία | 84 % |
| Τσεχία | 82 % |
| Ελλάδα | 82 % |
| Κροατία | 78 % |
| Σλοβακία | 77 % |
| Λετονία | 76 % |
| Εσθονία | 74 % |
| Βουλγαρία | 74 % |
| Ουγγαρία | 72 % |
Συνοψίζοντας, η ατομική καταναλωτική δαπάνη είναι ένας σημαντικός δείκτης που χρησιμοποιείται για να συγκρίνει το βιοτικό επίπεδο των πολιτών διαφόρων χωρών. Αντικατοπτρίζει το πόσα χρήματα δαπανά, κατά μέσο όρο, ένας κάτοικος μιας χώρας για αγαθά και υπηρεσίες (τρόφιμα, ένδυση, μεταφορές, αναψυχή, υγεία κ.λπ.).
Επομένως, είναι ένας δείκτης της οικονομικής ευρωστίας των πολιτών μιας χώρας, ο οποίος τροφοδοτεί τη ζήτηση των προϊόντων και υπηρεσιών στην οικονομία. Και όσο αυξάνεται η ζήτηση στην οικονομία, τόσο ενισχύεται η παραγωγή, η απασχόληση και το εισόδημα.
Για αυτό, η θεωρία της κατανάλωσης προσφέρει πολύτιμα εργαλεία για την κατανόηση της συμπεριφοράς των νοικοκυριών και της λειτουργίας της οικονομίας.
Η περίπτωση της Ελλάδας, όσον αφορά την ατομική καταναλωτική θέση της χώρας μέσα στο πλαίσιο της ΕΕ, αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κατανάλωσης, οι οποίες συνδέονται άμεσα με το χαμηλό επίπεδο εισοδήματος, τις θεσμικές ρυθμίσεις και τη δομή της οικονομίας.
Ωστόσο, ενώ η ατομική κατανάλωση στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι προοπτικές βελτίωσης υπάρχουν, με την προϋπόθεση να αυξηθούν τα εισοδήματα, να μειωθεί η φορολογία, να ενισχυθούν η παραγωγή και η παραγωγικότητα και να βελτιωθούν οι δομικές ανεπάρκειες του μηχανισμού της αγοράς.
