Επενδύσεις και Ανάπτυξη: Το νέο στοίχημα της ελληνικής οικονομίας

Οι επενδύσεις είναι ο πιο σταθερός και καθοριστικός μακροπρόθεσμα παράγοντας ανάπτυξης της οικονομίας. Αποτελούν τον βασικό μοχλό για τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και, παράλληλα, τον πιο αξιόπιστο και στρατηγικά αναγκαίο παράγοντα για τη μακροπρόθεσμη ευημερία της κοινωνίας.

Είναι το «καύσιμο» που τροφοδοτεί την παραγωγική ικανότητα μιας οικονομίας.

Η ανάπτυξη μιας οικονομίας βασίζεται στην ικανότητά της να αυξάνει την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, να βελτιώνει την παραγωγικότητα και να ενισχύει την ανταγωνιστικότητά της.

Επομένως, η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί θεμελιώδη στόχο κάθε σύγχρονης οικονομίας, καθώς συνδέεται άμεσα με τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, την κοινωνική συνοχή και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας σε διεθνές επίπεδο.

Στον πυρήνα της αναπτυξιακής διαδικασίας βρίσκονται οι επενδύσεις, δηλαδή η διοχέτευση κεφαλαίων σε παραγωγικές δραστηριότητες, με στόχο τη δημιουργία νέου πλούτου.

Ωστόσο, η σχέση επενδύσεων και ανάπτυξης είναι αμφίδρομη: οι επενδύσεις αποτελούν τον κινητήριο μοχλό για την ενίσχυση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), ενώ η ανάπτυξη δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την προσέλκυση νέων κεφαλαίων στην οικονομία.

Κατά συνέπεια, οι επενδύσεις αποτελούν θεμελιώδη παράγοντα για την οικονομική ανάπτυξη, καθώς συνιστούν τη διαδικασία διοχέτευσης πόρων – χρηματικών, υλικών και ανθρώπινων – σε δραστηριότητες που στοχεύουν σε μελλοντική απόδοση. Μπορούν να λάβουν τη μορφή ιδιωτικών, δημόσιων ή ξένων επενδύσεων και να αφορούν τομείς όπως οι υποδομές, η τεχνολογία, η εκπαίδευση και η παραγωγή.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία βίωσε μία από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις στην Ευρώπη κατά την περίοδο 2010–2018, η αποκατάσταση αυτής της δυναμικής επενδύσεων – ανάπτυξης συνιστά κρίσιμη προϋπόθεση για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα της οικονομίας.

Οι επενδύσεις διακρίνονται σε δημόσιες και ιδιωτικές, καθώς και σε εγχώριες και ξένες άμεσες επενδύσεις. Όλες οι κατηγορίες συμβάλλουν με διαφορετικό τρόπο στην οικονομική ανάπτυξη:

● Οι δημόσιες επενδύσεις κατευθύνονται κυρίως σε υποδομές (μεταφορές, ενέργεια, ψηφιακά δίκτυα), δημιουργώντας θετικό εξωτερικό αποτέλεσμα για το σύνολο της οικονομίας.

● Οι ιδιωτικές επενδύσεις ενισχύουν την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία, ενώ δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας.

● Οι ξένες επενδύσεις συνεισφέρουν στη μεταφορά τεχνογνωσίας, στην πρόσβαση σε διεθνή δίκτυα και στην εισαγωγή κεφαλαίων, που δεν μπορούν εύκολα να καλυφθούν από την εσωτερική αποταμίευση.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος, «η αύξηση των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου έχει άμεση θετική επίδραση στο ΑΕΠ, με πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στην απασχόληση και στα δημόσια έσοδα. Η επενδυτική δραστηριότητα είναι ο βασικός μηχανισμός μέσω του οποίου υλοποιείται η τεχνολογική πρόοδος και η παραγωγική αναβάθμιση μιας οικονομίας».

Η αναπτυξιακή πορεία μιας χώρας λειτουργεί ως ισχυρός παράγοντας έλξης νέων επενδύσεων. Μια οικονομία που παρουσιάζει σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης προσφέρει:
α) μακροοικονομική σταθερότητα, που μειώνει τον επενδυτικό κίνδυνο,
β) ενισχυμένη ζήτηση στην εγχώρια αγορά, που δημιουργεί προοπτικές για υψηλότερη κερδοφορία,
γ) βελτίωση δεικτών απασχόλησης, που αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα και την κατανάλωση.

Συγκεκριμένα, οι επενδύσεις ενισχύουν την οικονομία με πολλαπλούς τρόπους και, ειδικότερα, με την:

● Αύξηση παραγωγικότητας: Ο εκσυγχρονισμός του εξοπλισμού και η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών βελτιώνουν την απόδοση της εργασίας και μειώνουν το κόστος παραγωγής.

● Δημιουργία νέων θέσεων εργασίας: Κατά την υλοποίηση επενδυτικών έργων αλλά και στη μετέπειτα λειτουργία τους, όπου απαιτείται ανθρώπινο δυναμικό.

● Αύξηση εξαγωγών και ανταγωνιστικότητας: Επενδύσεις σε καινοτόμα προϊόντα και ποιοτικές υπηρεσίες. Εδώ, η βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων και η μείωση του κόστους επιτρέπουν τη διείσδυση των αγαθών σε διεθνείς αγορές.

● Τόνωση οικονομικής δραστηριότητας: Μέσω του πολλαπλασιαστικού αποτελέσματος, η αρχική δαπάνη δημιουργεί νέο εισόδημα και πρόσθετη ζήτηση σε άλλους κλάδους, δημιουργώντας μια αλυσίδα γενικευμένης οικονομικής δραστηριότητας.

● Δημιουργία υποδομών που λειτουργούν για δεκαετίες, στηρίζοντας όλες τις άλλες οικονομικές δραστηριότητες.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, μετά το 2017 και την έξοδο των μνημονίων, παρατηρήθηκε σταδιακή ανάκαμψη με τον ρυθμό ανάπτυξης να κινείται σε θετικά επίπεδα, γεγονός που βελτίωσε το επενδυτικό κλίμα. Η περίοδος της πανδημίας (2020–2021) προκάλεσε αναταράξεις. Ωστόσο, από το 2022 και μετά, χάρη και στη συμβολή του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η Ελλάδα κατέγραψε τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης του μέσου όρου των χωρών της Ευρωζώνης.

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας η συνύπαρξη επενδύσεων και ανάπτυξης παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες:

● Οι παραδοσιακοί κλάδοι και, κυρίως, ο τουρισμός – που, δυστυχώς, αποτελεί μονοκαλλιέργεια στη χώρα μας – μαζί με τη ναυτιλία και τις κατασκευές εξακολουθούν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων.

● Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αυξανόμενο ενδιαφέρον σε πράσινη ενέργεια – ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), αγροδιατροφή και ψηφιακές τεχνολογίες.

● Η συμμετοχή των ξένων επενδύσεων παραμένει χαμηλότερη σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ, λόγω εμποδίων όπως η γραφειοκρατία, η αργή απονομή δικαιοσύνης και η φορολογική αβεβαιότητα.

Ωστόσο, η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων των τελευταίων χρόνων αποτελεί στρατηγικό εργαλείο για την αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης της χώρας.

Σύμφωνα με μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδος, η πλήρης απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσε να προσθέσει πάνω από 7 ποσοστιαίες μονάδες στο ΑΕΠ έως το τέλος του 2027 (ήδη και φέτος υπολογίζεται ανάπτυξη γύρω στο 2,5%).

Όμως, παρά τις θετικές εξελίξεις, στην αύξηση του ΑΕΠ, τη μείωση της ανεργίας σε μονοψήφιο αριθμό και τη μείωση του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, η χώρα μας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, όπως:

● Χαμηλό ποσοστό επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ.

● Διοικητικά εμπόδια και μη έγκυρες αδειοδοτικές διαδικασίες.

● Ανάγκη για σταθερό και φιλικό επενδυτικό πλαίσιο.

Παρόλα αυτά, οι προοπτικές παραμένουν θετικές, εφόσον η χώρα συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις και επικεντρωθεί στη βιώσιμη ανάπτυξη, δηλαδή στην ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική αποδοτικότητα, την κοινωνική συνοχή και την περιβαλλοντική προστασία.

Ας έχουμε υπόψη μας ότι η οικονομική ανάπτυξη στις μέρες της παγκοσμιοποίησης είναι η φιλοσοφία της δημιουργικότητας, της υγιούς επιχειρηματικότητας και της ποιότητας των αγαθών και υπηρεσιών. Είναι οι άμεσες επενδύσεις, εγχώριες και ξένες, που δημιουργούν νέες δουλειές και νέες θέσεις εργασίας.

Συμπερασματικά:
Η συνύπαρξη επενδύσεων και ανάπτυξης στην ελληνική οικονομία συνιστά έναν ενάρετο κύκλο: οι επενδύσεις ενισχύουν το εισόδημα, το εισόδημα ενισχύει την ανάπτυξη, ενώ η ανάπτυξη, με τη σειρά της, προσελκύει περαιτέρω επενδύσεις. Η Ελλάδα, βγαίνοντας από μια μακρά περίοδο κρίσης, έχει την ευκαιρία στον εναπομείναντα χρόνο (μέχρι το 2027) να αξιοποιήσει στο έπακρο τους διαθέσιμους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, να αναβαθμίσει την παραγωγική της βάση και να προσελκύσει ποιοτικές επενδύσεις. Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής θα καθορίσει όχι μόνο τους ρυθμούς ανάπτυξης των επόμενων ετών, αλλά και τη συνολική θέση της χώρας στον διεθνή οικονομικό χάρτη.

Πηγή: Αποσπάσματα από το βιβλίο μου Απλά Θέματα Μακροοικονομίας με Έμφαση στην Ελληνική Οικονομία.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *