Η κοινωνική ανισότητα αποτελεί ένα από τα πιο έντονα προβλήματα της εποχής μας. Δεν αφορά μόνο τις οικονομικές διαφορές μεταξύ πλουσίων και φτωχών, αλλά εκτείνεται σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η υγεία, η πρόσβαση στην τεχνολογία και οι επαγγελματικές ευκαιρίες.
Σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όπου οι αγορές και η τεχνολογία αναπτύσσονται ραγδαία, το χάσμα εισοδημάτων συνεχίζει να διευρύνεται και, επομένως, οι κοινωνικές διαφορές συχνά διευρύνονται αντί να μειώνονται. Ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού κατέχει το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πλούτου, ενώ μεγάλα τμήματα της κοινωνίας δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές τους ανάγκες.
Έτσι, ενώ οι οικονομικοί δείκτες δείχνουν ανάπτυξη και οι τεχνολογίες προχωρούν με αλματώδη ταχύτητα, η πραγματικότητα για ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού είναι γεμάτη αβεβαιότητα, οικονομική ασφυξία και κοινωνικό αποκλεισμό.
Στην Ελλάδα, όπως και σε πολλές άλλες χώρες, η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση πιέζει τα νοικοκυριά μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος. Παράλληλα, ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού συνεχίζει να συσσωρεύει πλούτο, δημιουργώντας δύο παράλληλες πραγματικότητες: ανθρώπους που παλεύουν να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, και ανθρώπους που απολαμβάνουν ανέσεις σε μια οικονομία φτιαγμένη γι’ αυτούς. Αυτή η οικονομική ψαλίδα δεν είναι απλώς άδικη, αλλά και επικίνδυνη, καθώς διαβρώνει την κοινωνική συνοχή.
Η μέτρηση αυτής της κοινωνικής ανισότητας μετριέται διεθνώς με τον συντελεστή Gini.
Ο συντελεστής Gini, που είναι ο δημοφιλέστερος δείκτης και χρησιμοποιείται συνήθως από τις περισσότερες στατιστικές υπηρεσίες, αντανακλά την εισοδηματική ανισότητα και, επομένως, χρησιμοποιείται ως μέτρο εισοδηματικών ανισοτήτων. Ο συντελεστής, δηλαδή, Gini, εκφράζει την άνιση κατανομή εισοδήματος και μπορεί να πάρει τιμές από το 0, όπου όλοι οι πολίτες έχουν το ίδιο εισόδημα και είναι η ιδανική περίπτωση, έως το 100 που είναι η χειρότερη-ακραία μορφή ανισότητας, όπου λίγα π.χ. άτομα κατέχουν όλο το εισόδημα, ενώ οι υπόλοιποι πολίτες έχουν μηδενικό εισόδημα.
Ο δείκτης της ανισοκατανομής εισοδήματος μετριέται με το λόγο του συνολικού εισοδήματος που λαμβάνει το 20% του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα, προς εκείνο που λαμβάνει το 20% του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα. Δηλαδή, ο δείκτης αυτός μας δείχνει το πόσες φορές το μερίδιο εισοδήματος του «πλουσιότερου» 20% του πληθυσμού είναι υψηλότερο του «φτωχότερου» 20%.
Όταν π.χ. ο δείκτης αυτός λαμβάνει μία τιμή π.χ. 5,28 – που ήταν η τιμή του 2023 στη χώρα μας – , τότε συμπεραίνουμε ότι το μερίδιο εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού μας ήταν 5,28 φορές υψηλότερο από το μερίδιο του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Αντίθετα, όσο μικρότερη είναι η τιμή του δείκτη, τόσο μικρότερη είναι η ψαλίδα μεταξύ του πλουσιότερου 20% προς το φτωχότερο 20% του πληθυσμού.
Ο δείκτης αυτός αποτελεί διεθνώς ένα από τα βασικά κριτήρια για τη διαπίστωση της κοινωνικής συνοχής, αλλά και των κοινωνικών ανισοτήτων σε μία χώρα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη χώρα μας, η τιμή του δείκτη ήταν 5,28 και το 2020, χωρίς να παρουσιάσει περαιτέρω βελτίωση, ωστόσο μειώθηκε κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες η οικονομική ανισότητα στην Ελλάδα από το 2015, σύμφωνα με την έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών της ΕΛΣΤΑΤ το 2023, με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2022.
Είναι αυτονόητο, ότι οι εισοδηματικές ανισότητες ορίζουν και το όριο της φτώχειας των νοικοκυριών.
Σύμφωνα με τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο δείκτης του βαθμού φτώχειας αναδεικνύει το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται κάτω από το «όριο της φτώχειας».
Το όριο της φτώχειας σε μία χώρα, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ορίζεται στο 60% του διάμεσου εισοδήματος του συνόλου των νοικοκυριών. Πρόκειται δηλαδή για το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με εισόδημα κάτω του 60% του μέσου εθνικού εισοδήματος.
Ο βαθμός φτώχειας υπολογίζεται με δύο αντιπροσωπευτικούς δείκτες και συγκεκριμένα, από:
α) τον λόγο ορίου φτώχειας πριν από τις κοινωνικές διανομές, ο οποίος αναδεικνύει τις ανισότητες που προκύπτουν από την αρχική διανομή του εισοδήματος και, συγκεκριμένα, το ποσοστό του πληθυσμού που κινδυνεύει να βρεθεί κάτω από το όριο της φτώχειας, αν δεν υπάρξουν κοινωνικές δαπάνες και,
β) τον λόγο ορίου φτώχειας μετά τις κοινωνικές διανομές, που αναδεικνύει σε ποιο βαθμό οι κοινωνικές διανομές περιορίζουν το ποσοστό φτώχειας, το οποίο προκύπτει από την αρχική διανομή του εισοδήματος.
Η κοινωνική ανισότητα στην Ελλάδα αποτελεί όχι μόνο θέμα ηθικής δικαιοσύνης αλλά και πρακτικής ανάγκης. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα της Eurostat, πάνω από 26,9% του πληθυσμού της χώρας (περίπου 2.740.051 άτομα) διατρέχει κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, αριθμός που ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος είναι γύρω στο 21%.
Παραθέτω πίνακα με όλες τις χώρες της ΕΕ (EU-27) και την τιμή Gini (%) για το 2023, όπως τις καταγράφει η Eurostat / στατιστικές πηγές. Οι τιμές ακολουθούν την επίσημη βάση Eurostat.
Σημείωση: οι τιμές είναι σε ποσοστά (0–100 %). Ο συντελεστής Gini πάντα κυμαίνεται από 0 έως 1 ή σε ποσοστά από 0–100 %.
| Χώρα | Gini % (2023) |
| Αυστρία | 28.1. |
| Βέλγιο | 24.2. |
| Βουλγαρία | 37.2. |
| Κροατία | 29.7. |
| Κύπρος | 29.3. |
| Τσεχία | 24.4. |
| Δανία | 28.2. |
| Εσθονία | 31.5. |
| Φινλανδία | 26.6. |
| Γαλλία | 29.6. |
| Γερμανία | 29.4. |
| Ελλάδα | 31.8. |
| Ουγγαρία | 26.6. |
| Ιρλανδία | 29.7. |
| Ιταλία | 30.6. |
| Λετονία | 34.0. |
| Λιθουανία | 35.7. |
| Λουξεμβούργο | 26.4. |
| Μάλτα | 33.0. |
| Ολλανδία | 26.4. |
| Πολωνία | 27.0. |
| Πορτογαλία | 33.7. |
| Ρουμανία | 31.8 |
| Σλοβακία | 21.6. |
| Σλοβενία | 23.4. |
| Ισπανία | 31.5. |
| Σουηδία | 29.5. |
Ο δείκτης Gini στη χώρας μας που είναι στο 31,8 % ↔ 0,318, υποδηλώνει μέση προς αρκετά υψηλή ανισότητα. Όσο μεγαλύτερος ο δείκτης, τόσο μεγαλύτερη η διαφορά ανάμεσα στα πιο και στα λιγότερο ευκατάστατα στρώματα.
Το ότι πάνω από ένας στους τέσσερις Έλληνες κινδυνεύει από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό αποκαλύπτει την έκταση του προβλήματος: νοικοκυριά που δυσκολεύονται να καλύψουν βασικά έξοδα όπως θέρμανση, τροφή ή στέγη. Οι μεσαίες τάξεις βρίσκονται υπό πίεση, ενώ οι οικονομικά ευάλωτοι τμήματα του πληθυσμού ζουν διαρκή αβεβαιότητα.
Κατά συνέπεια, η αντιμετώπιση της ανισότητας δεν μπορεί να γίνει με αποσπασματικά μέτρα. Χρειάζεται μια συνολική στρατηγική που θα επενδύει στην ποιοτική δημόσια εκπαίδευση, θα ενισχύει το σύστημα υγείας, θα προωθεί την κοινωνική προστασία και θα διασφαλίζει την καθολική πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες. Αυτά δεν αποτελούν φιλανθρωπικές κινήσεις, αλλά επένδυση στο συλλογικό μας μέλλον.
Συμπερασματικά, η κοινωνική ανισότητα δεν είναι μόνο θέμα δικαιοσύνης, αλλά και ζήτημα ανάπτυξης. Μια κοινωνία που αφήνει μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού της στο περιθώριο χάνει παραγωγικότητα, δημιουργικότητα και συνοχή. Λιγότερη συνοχή σημαίνει περισσότερη ανασφάλεια, λιγότερη παραγωγικότητα και μεγαλύτερη έκθεση σε κοινωνικές εντάσεις.
Αντίθετα, μια πιο δίκαιη κατανομή ευκαιριών οδηγεί σε οικονομία πιο σταθερή και κοινωνία πιο ασφαλή. Οι πολιτικές που προάγουν την ισότιμη πρόσβαση σε εκπαίδευση, υγεία, εργασία και τεχνολογία αποτελούν κλειδί για μια βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη. Η μείωση των ανισοτήτων δεν είναι απλώς ηθική υποχρέωση, αλλά αναγκαία συνθήκη για την πρόοδο όλων.
