Η «μονοκαλλιέργεια» του τουριστικού προϊόντος στη χώρα μας

Ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς της ελληνικής οικονομίας, συμβάλλοντας με ποσοστό που ξεπερνά το 20% του ΑΕΠ και προσφέροντας θέσεις εργασίας σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού.

Η διεθνής αναγνωρισιμότητα της χώρας ως τουριστικού προορισμού βασίζεται σε συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως το φυσικό περιβάλλον, ο πολιτιστικός πλούτος και οι κλιματικές συνθήκες. Ωστόσο, η υπέρμετρη εξάρτηση από τον συγκεκριμένο κλάδο έχει οδηγήσει σε αυτό που συχνά αποκαλείται «μονοκαλλιέργεια» του τουριστικού προϊόντος, με σοβαρές οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Η έννοια της «μονοκαλλιέργειας» προέρχεται από τον πρωτογενή τομέα και χρησιμοποιείται μεταφορικά, δανεισμένη από τη γεωργία, όπου περιγράφει την αποκλειστική καλλιέργεια ενός μόνο φυτού. Στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, αφορά την υπερσυγκέντρωση της αναπτυξιακής στρατηγικής στον τουρισμό, παραμελώντας την ενίσχυση των άλλων παραγωγικών τομέων.

Αν και ο τουρισμός παραμένει αναμφισβήτητα βασικό πλεονέκτημα της χώρας, η μονομερής εξάρτηση από αυτόν εγκυμονεί κινδύνους.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η μονομερής ανάπτυξη του τουρισμού έχει αφήσει σε δεύτερη μοίρα άλλους αναπτυξιακούς παραγωγικούς κλάδους, τον πρωτογενή (αγροτικό) τομέα και τον δευτερογενή (βιομηχανία, βιοτεχνία) τομέα, με αποτέλεσμα η οικονομία να εμφανίζει έντονη ευπάθεια σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς, κυρίως στα ελλείμματα, εξαιτίας των αθρόων εισαγόμενων προϊόντων που είναι υπερδιπλάσια των εξαγόμενων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ταξιδίων και Τουρισμού (WTTC), ο τουρισμός συμμετέχει με πάνω από 20% στο ΑΕΠ της Ελλάδας, ποσοστό που είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Παράλληλα, η απασχόληση στον κλάδο απορροφά, τόσο άμεσες θέσεις εργασίας (ξενοδοχεία, εστίαση, τουριστικές υπηρεσίες) όσο και έμμεσες θέσεις εργασίας (εμπόριο, μεταφορές, κατασκευές).

Το 2024 ήταν για την Ελλάδα η καλύτερη χρονιά του τουρισμού μετά την πανδημία. Η χώρα υποδέχτηκε περισσότερους από 40,7 εκατ. τουρίστες, με τα έσοδα από τον τουρισμό να φτάνουν στα 21,6 δισ.ευρώ, αύξηση 12,8% στις αφίξεις και 4,8% στα έσοδα, σε σύγκριση με το 2023.

Το 84,4% των τουριστικών εσόδων προήλθε από εισερχόμενο τουρισμό, καλύπτοντας το 71,5% του εμπορικού ελλείμματος της χώρας (GTP Headlines Greek Reporter.com.)

Ενδεικτικά, αναφέρω ότι η Περιφέρεια με τα υψηλότερα έσοδα ήταν το Νότιο Αιγαίο με 5,69 δισ.ευρώ, ακολουθούν η Αττική με 4,75 δισ. ευρώ, η Κρήτη με 4,57 δισ., και τα Ιόνια νησιά με 1,98 δισ. ευρώ.

Η Αττική φιλοξένησε τις περισσότερες αφίξεις, ενώ το Νότιο Αιγαίο ηγήθηκε στις διανυκτερεύσεις και στα έσοδα.
Στην κορύφωση της σεζόν, οι απασχολούμενοι που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τον τουρισμό ανέρχονται σε 713.140, αντιπροσωπεύοντας το 16,5% της συνολικής απασχόλησης της χώρας (GTP Headlines).

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι ο τουρισμός είναι ο βασικός μοχλός ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, με άμεση και έμμεση συνολική συνεισφορά στο ΑΕΠ που κυμαίνεται γύρω στο 25%, και αποτελεί σημαντική θετική επίδραση, τόσο στο ισοζύγιο πληρωμών όσο και στη συνολική απασχόληση της χώρας.

Ωστόσο, ο τουρισμός, ενώ είναι ένας δυνατός πυλώνας για την οικονομία μας, δεν είναι αρκετός από μόνος του. Χρειάζεται ισορροπία και διαφοροποίηση με τους άλλους τομείς, ώστε η ανάπτυξη να είναι σταθερή, δίκαιη και ανθεκτική στις κρίσεις, χωρίς συνέπειες.

Οι βασικές συνέπειες της μονοκαλλιέργειας, είναι:
Η οικονομική εξάρτηση: Η Ελλάδα καθίσταται ιδιαίτερα ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις, όπως η πανδημία του COVID-19, η οποία το 2020 προκάλεσε μείωση του ΑΕΠ κατά 9%, κυρίως λόγω της πτώσης του τουρισμού, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος του 2021.

Η εποχικότητα: Ο τουρισμός στην Ελλάδα επικεντρώνεται κυρίως στους θερινούς μήνες, με αποτέλεσμα η απασχόληση και τα εισοδήματα να παρουσιάζουν αστάθεια και μεγάλη ανισορροπία κατά τη διάρκεια του έτους.

Η ανισομερής περιφερειακή ανάπτυξη: Οι περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα αναπτύσσονται ταχύτερα, σε αντίθεση με την ενδοχώρα, γεγονός που εντεινει τις ανισότητες.

Οι κοινωνικές ανισότητες: Ενώ τα έσοδα από τον τουρισμό είναι τεράστια, δεν κατανέμονται δίκαια. Πολλοί Έλληνες εργαζόμενοι απασχολούνται σε εποχιακές, χαμηλόμισθες θέσεις, ενώ οι τιμές σε τουριστικές περιοχές ανεβαίνουν τόσο,που ακόμα και οι περισσότεροι Έλληνες δυσκολεύονται να κάνουν τις διακοπές τους.

Οι περιβαλλοντικές πιέσεις: Ο υπερτουρισμός οδηγεί σε υποβάθμιση φυσικών πόρων, υπερκατανάλωση νερού και ενέργειας, αύξηση απορριμμάτων και υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, θέτοντας σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του ίδιου του προϊόντος.

Κατά συνέπεια, η «μονοκαλλιέργεια» του τουριστικού προϊόντος στην Ελλάδα αποτελεί ένα διαρθρωτικό ζήτημα με σοβαρές προεκτάσεις. Παρόλο που ο τουρισμός αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας και λειτουργεί ως εργαλείο περιφερειακής ανάπτυξης, η μονομερής εξάρτηση από αυτόν καθιστά την οικονομία ευάλωτη. Η ανάπτυξη ενός πολυδιάστατου οικονομικού μοντέλου, που θα συνδυάζει τον τουρισμό με άλλους τομείς παραγωγής, είναι αναγκαία για τη βιώσιμη πορεία της χώρας.

Προτάσεις αντιμετώπισης
Για την υπέρβαση της «μονοκαλλιέργειας» του τουριστικού προϊόντος απαιτούνται:

● Διαφοροποίηση της οικονομΐας: με επενδύσεις στη βιομηχανία, την αγροτική παραγωγή, την τεχνολογία και την καινοτομία.

● Ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού: όπως, αγροτουρισμός, οικοτουρισμός, πολιτιστικός, συνεδριακός, ιατρικός και οικολογικός τουρισμός, οι οποίοι μπορούν να επιμηκύνουν την τουριστική περίοδο και να ενισχύσουν τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές.

● Σύνδεση του τουρισμού με τον πρωτογενή τομέα και την τοπική παραγωγή: Ανάδειξη της ελληνικής γαστρονομίας και των τοπικών προϊόντων, ώστε να προωθούνται τα ελληνικά προϊόντα και να δημιουργούνται συνέργειες.

● Στρατηγικός σχεδιασμός: Μακροπρόθεσμες πολιτικές, που θα θέτουν ως στόχο τη βιωσιμότητα, με έμφαση στην ισόρροπη ανάπτυξη και στην προστασία του περιβάλλοντος.

Εν τέλει, η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού στην Ελλάδα, αν και αναδεικνύει τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, εγκυμονεί κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης. Η υπερβολική εξάρτηση από έναν μόνο τομέα περιορίζει τις δυνατότητες διαφοροποίησης και καθιστά τη χώρα ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις.

Η πρόκληση, λοιπόν, δεν είναι να μειώσουμε τον τουρισμό, αλλά να τον εντάξουμε σε ένα πολυδιάστατο μοντέλο ανάπτυξης που θα στοχεύει στη βιωσιμότητα και ανθεκτικότητα του κλάδου, θα στηρίζει και άλλους παραγωγικούς κλάδους, θα προστατεύει το περιβάλλον και θα εξασφαλίζει ισόρροπη πρόοδο για όλες τις περιοχές της χώρας.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *