Μισθοί και πληθωρισμός: Το ελληνικό δίλημμα της εποχής μας

Οι συζητήσεις για τον πληθωρισμό και την αγοραστική δύναμη των μισθών έχουν μπει τα τελευταία χρόνια δυναμικά στην καθημερινότητά μας. Οι τιμές ανεβαίνουν, οι εργαζόμενοι ζητούν αυξήσεις, οι επιχειρήσεις ανησυχούν για τα κόστη τους. Πώς όμως συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους;

Για να το εξηγήσουμε, αρκεί να στραφούμε σε μια ιδέα που οι οικονομολόγοι χρησιμοποιούν εδώ και δεκαετίες, δηλαδή μια κλασική οικονομική θεωρία, αυτή της καμπύλης Phillips, η οποία εξηγεί τη σχέση ανάμεσα στους μισθούς και τον πληθωρισμό, δεδομένου ότι, από τη μία πλευρά οι αυξήσεις στο καλάθι του σούπερ μάρκετ, στην ενέργεια και στις υπηρεσίες πιέζουν τα νοικοκυριά, και από την άλλη οι εργαζόμενοι διεκδικούν υψηλότερους μισθούς για να μη χάνουν διαρκώς την αγοραστική τους δύναμη.

Τι είναι, λοιπόν, η καμπύλη Phillips;

Η καμπύλη Phillips, που πήρε το όνομά της από τον Νεοζηλανδό οικονομολόγο Alban Phillips, περιγράφει τη σχέση ανάμεσα στην ανεργία και τον πληθωρισμό. Η βασική της ιδέα της θεωρίας αυτής είναι απλή:

  • Όταν η ανεργία είναι χαμηλή και οι δουλειές πολλές, οι επιχειρήσεις ψάχνουν προσωπικό, οπότε οι εργαζόμενοι αποκτούν δύναμη στη διαπραγμάτευσή τους. Ζητούν υψηλότερους μισθούς και συχνά τους πετυχαίνουν. Αυτό όμως ανεβάζει το κόστος για τις επιχειρήσεις, που τελικά αυξάνουν τις τιμές τους και επομένως ο πληθωρισμός ανεβαίνει.
  • Αντίθετα, όταν η ανεργία είναι υψηλή, οι εργαζόμενοι δεν έχουν το ίδιο περιθώριο να απαιτήσουν αυξήσεις. Οι μισθοί μένουν στάσιμοι και ο πληθωρισμός παραμένει χαμηλός.

Με άλλα λόγια, υπάρχει μια «αντίστροφη σχέση»: λιγότερη ανεργία συνήθως σημαίνει περισσότερος πληθωρισμός, και το αντίστροφο. Αυτό απεικονίζεται στον πίνακα που παραθέτω, όπου στον κάθετο άξονα καταγράφεται ο πληθωρισμός και στον οριζόντιο η ανεργία.

Ποιος είναι ο ρόλος των μισθών στον πληθωρισμό

Η σύνδεση μισθών και τιμών περνάει μέσα από το κόστος εργασίας. Όταν μια επιχείρηση πληρώνει υψηλότερους μισθούς, αλλά η παραγωγικότητα (δηλαδή το πόσα παράγει κάθε εργαζόμενος, προφανώς λόγω έλλειψης των μέσων που διαθέτει) δεν αυξάνεται το ίδιο, τότε το κόστος ανά προϊόν ανεβαίνει. Για να μην μειωθούν τα κέρδη, η επιχείρηση ανεβάζει τις τιμές.

Φυσικά, δεν συμβαίνει πάντα αυτό. Αν οι εργαζόμενοι γίνουν πιο παραγωγικοί – π.χ. με καλύτερη τεχνολογία ή οργάνωση – τότε μπορούν να αυξηθούν οι μισθοί χωρίς να αυξηθούν οι τιμές. Η ισορροπία λοιπόν εδώ, είναι αυτό το κρίσιμο σημείο.

Παράγοντες που επηρεάζουν τη σχέση μισθών–πληθωρισμού

Η καμπύλη Phillips δεν λειτουργεί με μαθηματική ακρίβεια. Στην πράξη, υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν το αποτέλεσμα. Αυτοί είναι:

  • Η παραγωγικότητα – Αν η παραγωγικότητα αυξάνεται, οι μισθοί μπορούν να ανεβαίνουν χωρίς να φουσκώνουν οι τιμές.
  1. Οι προσδοκίες – Αν οι εργαζόμενοι περιμένουν ότι «όλα θα ακριβύνουν», ζητούν μεγαλύτερες αυξήσεις και οι επιχειρήσεις ανεβάζουν τις τιμές προληπτικά.
  2. Οι εξωγενείς παρεμβάσεις – Ενέργεια, πρώτες ύλες, και διεθνείς κρίσεις μπορούν να προκαλέσουν άνοδο τιμών ανεξάρτητα από τους μισθούς.
  3. Η παγκοσμιοποίηση – Ο ανταγωνισμός από χώρες με χαμηλότερους μισθούς μπορεί να περιορίσει την πίεση για αυξήσεις στις ανεπτυγμένες οικονομίες.
  4. Η ισχύς των συνδικάτων – Σε χώρες με ισχυρά εργατικά συνδικάτα, η διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων είναι μεγαλύτερη και, επομένως, η σύνδεση μισθών–πληθωρισμού είναι πιο έντονη.

Γιατί μας αφορά όλους

Η σχέση μισθών και πληθωρισμού δεν είναι απλώς μια θεωρητική συζήτηση των οικονομολόγων. Έχει άμεση επίδραση στην τσέπη μας.

  • Αν οι μισθοί μένουν πίσω από τις τιμές, οι εργαζόμενοι χάνουν αγοραστική δύναμη και η καθημερινότητά τους γίνεται δυσκολότερη.
  • Αν οι μισθοί τρέχουν πολύ πιο γρήγορα από την παραγωγικότητα, οι τιμές αυξάνονται συνεχώς και όλοι πληρώνουμε πιο ακριβά αγαθά και υπηρεσίες, γιατί οι επιχειρήσεις μετακυλίουν το κόστος στις τιμές. Το αποτέλεσμα εδώ είναι ένα «σπιράλ» αυξήσεων μισθών και τιμών, που τελικά μας πλήττει όλους.
    Το ζητούμενο είναι να υπάρχει μια ισορροπία: οι εργαζόμενοι να απολαμβάνουν δίκαιες αυξήσεις, αλλά χωρίς να οδηγούμαστε σε ανεξέλεγκτο πληθωρισμό.

Για αυτό, κάθε οικονομία αναζητά τη «χρυσή τομή». Αυτό σημαίνει:

  • Μισθολογικές αυξήσεις που να βελτιώνουν το βιοτικό επίπεδο.
  • Επενδύσεις σε παραγωγικότητα, ώστε οι αυξήσεις να μην μετατρέπονται αυτομάτως σε ακρίβεια.
  • Σταθερές προσδοκίες, για να μη δημιουργούνται αυτοεκπληρούμενες «προφητείες» πληθωρισμού.

Η καμπύλη Phillips δεν είναι ένας απλός νόμος. Είναι περισσότερο ένας «καθρέφτης» που μας δείχνει πώς συνδέονται οι δουλειές, οι μισθοί και οι τιμές. Και στο τέλος της ημέρας, το αν θα μπορούμε να γεμίσουμε το καλάθι του σούπερ μάρκετ χωρίς να αδειάζει το πορτοφόλι μας, Αυτό εξαρτάται ακριβώς από αυτή την ισορροπία.

Ωστόσο, ο στόχος κάθε οικονομίας είναι να πετύχει μια χρυσή τομή: μισθολογικές αυξήσεις που βελτιώνουν πραγματικά το βιοτικό επίπεδο χωρίς να πυροδοτούν ανεξέλεγκτο πληθωρισμό. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την ανάπτυξη της παραγωγικότητας, από τον σωστό σχεδιασμό οικονομικών πολιτικών και από τις σταθερές προσδοκίες στην κοινωνία.

Η καμπύλη Phillips δεν είναι απλώς ένα διάγραμμα σε κάποιο πανεπιστημιακό βιβλίο. Είναι μία παγκόσμια εφαρμογή της καθημερινής μάχης ανάμεσα σε μισθούς, σε τιμές και σε αγοραστική δύναμη – μια μάχη που τελικά όλοι τη ζούμε στο πορτοφόλι μας.

Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει αυξήσει αρκετές φορές τον κατώτατο μισθό. Από τα 650 ευρώ του 2019 έφτασε στα 780 ευρώ το 2023 και τα 880 ευρώ το 2025, με προοπτική τα 920 ευρώ το 2026 και τα 950 ευρώ το 2027. Παρ’ όλα αυτά, σχεδόν όλοι οι εργαζόμενοι νιώθουν ότι «το πορτοφόλι τους μένει άδειο» καθώς οι τιμές σε τρόφιμα, καύσιμα και ενοίκια ανεβαίνουν ταχύτερα.

Αυτό δείχνει ότι μια αύξηση μισθών από μόνη της δεν εγγυάται καλύτερη καθημερινότητα, αν συνοδεύεται από μία παράλληλη αύξηση τιμών. Όταν οι μισθολογικές αυξήσεις δεν προλαβαίνουν τον πληθωρισμό, οι πραγματικοί μισθοί – δηλαδή το πόσα αγαθά και υπηρεσίες μπορούμε να αγοράσουμε – στην πράξη μειώνονται.

Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν το δικό τους δίλημμα. Ένας εργοδότης στην εστίαση ή το λιανεμπόριο βλέπει ότι το ενεργειακό κόστος, οι πρώτες ύλες και οι μισθοί να ανεβαίνουν. Για να μη «μπει μέσα», συχνά καταφεύγει σε αυξήσεις τιμών. Έτσι, το κόστος μεταφέρεται στους καταναλωτές.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα τελευταία χρόνια σε πολλούς κλάδους, από τον τουρισμό μέχρι τα καύσιμα, οι αυξήσεις στις τιμές ξεπέρασαν κατά πολύ τις αυξήσεις μισθών. Αυτό τροφοδότησε το αίσθημα «ακρίβειας παντού» που βιώνει η κοινωνία.

Ένα ακόμα ελληνικό παράδειγμα είναι τα ενοίκια. Τα τελευταία χρόνια, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα οι τιμές ενοικίασης αυξάνονται συνεχώς, πιέζοντας ιδιαίτερα τους νέους. Οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα, όμως, δεν έχουν αυξηθεί στον ίδιο βαθμό. Έτσι, ακόμη και μια αύξηση στον κατώτατο μισθό χάνεται στην πράξη, αφού μεγάλο μέρος του εισοδήματος απορροφάται από το κόστος στέγασης.

Εδώ, η ελληνική οικονομία έχει ένα διαχρονικό πρόβλημα: χαμηλή παραγωγικότητα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος παράγει λιγότερο σε σχέση με έναν εργαζόμενο στη Γερμανία ή στην Ολλανδία, εξαιτίας κυρίως των τεχνολογικών μέσων που διαθέτουν οι χώρες αυτές. Και, όσο η παραγωγικότητα μένει χαμηλή, οι αυξήσεις μισθών εύκολα μετατρέπονται σε αυξήσεις τιμών, γιατί οι επιχειρήσεις δεν έχουν περιθώριο να τις «απορροφήσουν» με περισσότερη παραγωγή.

Γι’ αυτό, η ουσιαστική λύση δεν είναι μόνο να ανεβαίνουν οι μισθοί, αλλά να συνοδεύονται από επενδύσεις σε τεχνολογία, καινοτομία, εκπαίδευση και, κυρίως, σε καλύτερη οργάνωση της εργασίας.

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται μπροστά σε μια πρόκληση: να πετύχει έναν ρυθμό αυξήσεων μισθών που θα επιτρέπει στους εργαζόμενους να ζουν καλύτερα, χωρίς όμως να ξαναμπούμε σε έναν φαύλο κύκλο ακρίβειας. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με επενδύσεις που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα, και με πολιτικές που θα διατηρούν τον πληθωρισμό σε λογικά επίπεδα.

Η καμπύλη Phillips, λοιπόν, δεν είναι μια «ξερή θεωρία». Είναι ένας χάρτης που μας δείχνει το πώς συνδέονται οι δουλειές, οι μισθοί και οι τιμές. Και στην Ελλάδα του σήμερα, είναι ίσως πιο επίκαιρη από ποτέ.

Κατά συνέπεια, η χώρα μας χρειάζεται έναν δρόμο ανάπτυξης που θα συνδυάζει:

  • Επενδύσεις σε παραγωγικότητα (τεχνολογία, δεξιότητες, καινοτομία).
  • Μισθολογικές αυξήσεις που δεν θα «εξαφανίζονται» από την ακρίβεια.
  • Σταθερές πολιτικές που κρατούν υπό έλεγχο τον πληθωρισμό.

Μόνο έτσι θα πετύχουμε μισθούς που πραγματικά θα βελτιώνουν τη ζωή μας, χωρίς να πυροδοτούν έναν νέο κύκλο ακρίβειας.

Συμπερασματικά: Η σχέση μισθών και ανεργίας στην ελληνική οικονομία παραμένει καθοριστική, καθώς η ισορροπία ανάμεσα στη διατήρηση παραγωγικότητας – ανταγωνιστικότητας και την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος καθορίζει την πορεία της ανάπτυξης. Η Ελλάδα χρειάζεται αυξήσεις μισθών που να είναι πραγματικές και διατηρήσιμες.

Ωστόσο, για να επιτευχθεί αυτό απαιτούνται μεταρρυθμίσεις, που θα ενισχύουν την παραγωγικότητα και θα εξασφαλίζουν ότι οι αυξήσεις στους μισθούς θα συμβαδίζουν με τη δυναμική της αγοράς εργασίας. Έτσι, η ελληνική οικονομία μπορεί να αποφύγει νέες ανισορροπίες και να διαμορφώσει ένα πιο σταθερό και δίκαιο αναπτυξιακό μοντέλο προς όφελος των καταναλωτών.

Στόχος είναι να υπάρχει σταθερότητα στις τιμές, δίκαιες αυξήσεις, και περισσότερες θέσεις εργασίας για όλους.

Παραθέτω μια απλή απεικόνιση της καμπύλης Phillips, όπου δείχνει την αντίστροφη σχέση μεταξύ ανεργίας (οριζόντιος άξονας) και πληθωρισμού (κατακόρυφος άξονας):

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *