Το μεγάλο έλλειμμα παραγωγής στη χώρα μας

Η Ελλάδα εδώ και δεκαετίες αντιμετωπίζει ένα μεγάλο και χρόνιο έλλειμμα παραγωγής. Παρά το υψηλό μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού και τις δυνατότητες της χώρας, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές, ακόμη και σε βασικά προϊόντα.

Ένας από τους κύριους λόγους για τη χαμηλή παραγωγική ικανότητα είναι οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Η έλλειψη σχεδιασμού μακροπρόθεσμης βιομηχανικής πολιτικής, η πολυνομία και η γραφειοκρατία καθιστούν δύσκολη την υγιή ανάπτυξη του πρωτογενή και δευτερογενή τομέα.

Το έλλειμμα παραγωγής αποτελεί διαχρονικό ζήτημα στην ελληνική οικονομία και έναν από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες. Παρά τις βελτιώσεις σε επιμέρους τομείς, και παρότι η χώρα μας διαθέτει φυσικούς πόρους, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και στρατηγική γεωγραφική θέση, η παραγωγική της βάση παραμένει αδύναμη.

Το μεγάλο έλλειμμα παραγωγής, εδώ, αναφέρεται στην ανεπάρκεια εγχώριας παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες της οικονομίας, οδηγώντας την σε υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές. Μονίμως, το έλλειμμα εκδηλώνεται με αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο, απώλεια ανταγωνιστικότητας και περιορισμένες εξαγωγικές δυνατότητες.

Οι κύριες αιτίες του ελλείμματος παραγωγής στην Ελλάδα είναι:

  1. Η αποβιομηχάνιση: Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, η χώρα μας σημείωσε έντονη συρρίκνωση του δευτερογενή τομέα (βιομηχανίας και μεταποίησης), χωρίς να καλυφθεί επαρκώς από άλλους παραγωγικούς κλάδους.
  2. Η υπέρμετρη έμφαση στις υπηρεσίες: Ο τουρισμός και η εστίαση κυριάρχησαν ως βασικοί πυλώνες της οικονομίας, με χαμηλή προστιθέμενη αξία και ευαλωτότητα σε κρίσεις (π.χ. πανδημία COVID-19).
  3. Η γραφειοκρατία και τα θεσμικά εμπόδια: Η δύσκολη αδειοδότηση, το ασταθές φορολογικό πλαίσιο και η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού απέτρεψαν επενδύσεις — εγχώριες και ξένες — σε καινοτομία και παραγωγή.
  4. Οι χαμηλές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη: Η Ελλάδα υστερεί σημαντικά στην τεχνολογική πρόοδο και την παραγωγική καινοτομία σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
  5. Ο αγροτικός τομέας με διαρθρωτικά προβλήματα: Ο κατακερματισμός γεωργικής γης, η χαμηλή μηχανοποίηση και η εξάρτηση από κοινοτικές επιδοτήσεις, περιόρισαν σημαντικά τη βιωσιμότητα και την εξωστρέφεια.
  6. Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα: Η οικονομία αδυνατεί να προσφέρει καινοτόμα, ποιοτικά προϊόντα που μπορούν να διεισδύσουν σε διεθνείς αγορές.

Στο παρελθόν, και συγκεκριμένα στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες 1950-1980, η Ελλάδα σημείωσε ραγδαία βιομηχανική ανάπτυξη. Η κατασκευή, η κλωστοϋφαντουργία και η μεταποίηση άνθισαν. Η χώρα στηρίχθηκε τότε σε ένα μοντέλο υποκατάστασης εισαγωγών και προστατευτισμού που ενίσχυσε την εγχώρια παραγωγή.

Μετά την ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) το 1981, η οικονομία εκτέθηκε στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, χωρίς να έχει θωρακιστεί επαρκώς. Οι βιομηχανικές μονάδες άρχισαν να κλείνουν, η αγροτική παραγωγή μειώθηκε, και μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας μετατοπίστηκε προς τις υπηρεσίες, κυρίως στον τουρισμό και τον δημόσιο τομέα.

Η ανάπτυξη πριν την κρίση του 2009 βασίστηκε κυρίως στην κατανάλωση, τις κατασκευές και τον τραπεζικό δανεισμό, με αποτέλεσμα η παραγωγή να συρρικνώνεται. Μετά την κρίση, οι περιορισμοί στη ρευστότητα, η μείωση της δημόσιας επένδυσης και η φυγή των επιχειρήσεων στο εξωτερικό ενίσχυσαν περαιτέρω το παραγωγικό έλλειμμα.

Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα και σήμερα να εξακολουθεί να εισάγει βασικά προϊόντα (καύσιμα, τρόφιμα, βιομηχανικά αγαθά), με συνέπεια το διαχρονικά αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών να μεγαλώνει συνεχώς. Ήδη το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας για το έτος 2024 παρουσίασε έλλειμμα περίπου 15,1 δισεκατομμυρίων ευρώ, αυξημένο από τα περίπου 13,9 δισ. ευρώ του 2023.

Έτσι, η απουσία ισχυρού παραγωγικού τομέα, με μεγάλους εγχώριους και ξένους παραγωγικούς «παίκτες», που θα μπορούσαν να επενδύσουν σε τεχνολογίες αιχμής (π.χ. βιοτεχνολογία, πράσινη μετάβαση, ηλεκτρονικά προϊόντα, τεχνητή νοημοσύνη), οδηγεί την οικονομία σε περιορισμένες θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης, με χαμηλούς μισθούς — ειδικά για νέους, πτυχιούχους πανεπιστημίων και αποφοίτους τεχνικών ή θετικών σπουδών — με αποτέλεσμα η ανάπτυξη να περιορίζεται σε τουριστικές περιοχές, ενώ η ενδοχώρα και η βιομηχανική και αγροτική περιφέρεια να υποβαθμίζονται.

Συνεπώς, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι η παραγωγή, σε συνδυασμό με την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, είναι οι μόνες κινητήριες δυνάμεις που μπορούν να συμβάλλουν τη σημερινή περίοδο, σταδιακά, στην τόνωση της οικονομίας, δηλαδή στην αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), στη βελτίωση των εισοδημάτων και στη μείωση της ανεργίας.

Συμπερασματικά, το παραγωγικό έλλειμμα της Ελλάδας δεν είναι απλώς οικονομικό πρόβλημα, είναι στρατηγικό και κοινωνικό ζήτημα. Η αντιμετώπισή του απαιτεί μακρόπνοο σχεδιασμό, πολιτική συνέπεια και συμμετοχή όλων των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή του πρωτογενή τομέα (αγροτική παραγωγή), του δευτερογενή τομέα (μεταποίηση, βιομηχανία) και του τριτογενή τομέα (υπηρεσίες).

Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε κόμβο τεχνολογίας, ενέργειας, αγροδιατροφής και καινοτομίας. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο το «πώς», αλλά το «πότε και με ποια βούληση».

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *